Monday, April 30, 2018

Ιστορία από το ντιβάνι

Φωτογραφία από το internet
Τον ξύπνησε η βροχή στο παράθυρο και ο αέρας. Κάθισε για λίγο στο κρεβάτι κοιτώντας τα πάντα τριγύρω του να έχουν βυθιστεί σε ένα απέραντο γκρίζο. Με τα πολλά πολλά σηκώθηκε να πάει για το πρωινό του στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, ομελέτες, λουκάνικα, τοστ, όλα λιγότερο γευστικά από όσο ακούγεται. 

Τρώγοντας του ήρθε στο μυαλό η χτεσινή συζήτηση με τους θείους του. Είχε έρθει σε αυτά τα μέρη με την δουλειά του μετά από πολλά χρόνια, τώρα πια στα μέσα της πέμπτης δεκαετίας του και με τους συγγενείς του να είναι ηλικιωμένοι, έκατσε μια μέρα παραπάνω για να τους δει. Οι παιδικές κατασκηνώσεις δίπλα στην λίμνη θα ισοπεδώνονταν και μετατρέπονταν σε εμπορικό κέντρο, αυτά ήταν τα νέα που έμαθε.

Πώς είναι δυνατόν, είναι στην μέση του πουθενά. Και αυτόν τί τον νοιάζει, έχει να πάει εκεί από μικρό παιδί, δεκαετία του 70, όταν το καθεστώς τους έστειλε στις κατασκηνώσεις για να μπορούν οι γονείς να δουλέψουν. Και έχει να χρησιμοποιηθεί από το 1990 που έκλεισαν. Τι τον ένοιαζε; Και όμως τον ένοιαζε πολύ, ήθελε να πάει άλλη μια φορά να το δει. Δίπλα ήταν, μισή ώρα δρόμος, θα επέστρεφε σπίτι του αύριο.

Τον αυτοκινητόδρομο τον διαδέχθηκε ο μικρότερος επαρχιακός δρόμος. Σταμάτησε απέναντι από το παλιό νεκροταφείο της μικρής κωμόπολης, έπρεπε να αφήσει το αμάξι εκεί και να συνεχίσει με τα πόδια μιας και ο δρόμος που περνά μέσα από το δάσος είναι ακατάλληλος για το αμάξι του. Το μικρό επαρχιακό δρόμο τον διαδέχθηκε ο χωματόδρομος με τα πρώτα δένδρα του δάσους να φαίνονται στον ορίζοντα. 

Χωμένο μέσα στα δένδρα και την οργιάζουσα βλάστηση, μερικά ερείπια σπιτιών. Δεν το έλεγες χωριό, σκορποχώρι ήταν, μερικές φάρμες που πριν τον πόλεμο είχαν ζωή αλλά όταν ο ίδιος ερχόταν εδώ την δεκαετία του 70 είχε αρχίσει ήδη να παρακμάζει και να εγκαταλείπεται. Το μεγάλο σπίτι δίπλα στον δρόμο, με την ξύλινη οροφή και το άγαλμα της Παναγίας στην αυλή (που για χρόνια νόμιζε ότι ήταν εκκλησία αν και τελικά ο ιδιοκτήτης του ήταν απλά πολύ θεοσεβούμενος) είχε σχεδόν καταρρεύσει και αυτό και οι κισσοί είχαν πια καλύψει το μικρό άγαλμα. Πουθενά ψυχή, μονάχα ησυχία. Το μισό ερειπωμένο χωριό του έδωσε μια ιδέα ποσό καιρό είχε να έρθει εδώ. Περπατούσε και κοιτούσε πίσω του μέχρι που το χωριό έπαψε πια να φαίνεται μετά την στροφή του δρόμου.

Η πρωινή βροχή είχε από ώρα σταματήσει αλλά οι δρόμοι ήταν βουτηγμένοι στην λάσπη πλέον. Περπατώντας με προσοχή άρχισε να φαίνεται η πόρτα που οδηγούσε στη πρώην κατασκήνωση. Οι θάμνοι είχαν θεριέψει, οι φράκτες διαλυμένοι και ο δρόμος είχε πλέον κρυφτεί κάτω από τα χόρτα. Την μικρή ανηφόρα την διαδέχθηκε η απότομη κατηφόρα (όπως ακριβώς το θυμόταν).

*(Είναι λίγο δύσκολο να το περιγράψω ακριβώς - ο δρόμος που ξεκινά από την πύλη και καταλήγει στην λίμνη είναι μια διαδοχή από ανηφόρες, κατηφόρες και στροφές, δεξιά και αριστερά υπήρχαν οι ξύλινες καλύβες που κοιμόντουσαν τα παιδιά αλλά τώρα τίποτα από αυτά δεν είναι ορατά)*

Το τέλος του δρόμου κατέληγε στο κεντρικό υπερυψωμένο κτήριο όπου ήταν το εστιατόριο και τα γραφεία του προσωπικού - αυτό επέζησε μιας και ήταν φτιαγμένο από μπετόν και τούβλα. Από τα παράθυρα του έβλεπες όλη τη λίμνη, στα αριστερά υπήρχε κάποτε μια εξέδρα (τώρα ούτε ίχνος της) μέχρι τα δεξιά που ήταν η παιδική χαρά και ο χώρος όπου μαζεύονταν το πρωί πριν πάνε για πρωινό.

Μιας και η πόρτα ήταν ανοιχτή, μπήκε μέσα. Απίστευτο, υπήρχαν ακόμη μερικές κορνίζες στους τοίχους. Όλα όμως έμοιαζαν τόσο μικρότερα, πως ήταν δυνατόν να φοράνε εκατό παιδιά εδώ μέσα. Πουθενά τραπέζια όμως, κάτι καρέκλες δίπλα στον τοίχο, μάλλον ψαράδες έρχονταν εδώ για να ψαρέψουν. Τράβηξε μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο και έκατσε, τον πόνεσαν τα πόδια του από όλο αυτό το περπάτημα. Κοίταξε από το παράθυρο, όλη η λίμνη στα πόδια του, φαίνεται είχε ακόμη ανοιχτούς λογαριασμούς με αυτό το μέρος, όσο και να το κοίταγε δεν το χώρταινε. 

Και από το πουθενά, φωνές άρχισαν να γεμίζουν το εστιατόριο. Να τα τραπέζια έτοιμα στρωμένα και οι καρέκλες στην θέση τους. Και από το παράθυρο η λίμνη γεμάτη παιδιά να παίζουν. Οι ξύλινες καλύβες εκεί, η καθεμία διαφορετικό χρώμα ανάλογα με την ομάδα τους. Και οι ομαδάρχες στο νερό να παίζουν. Και τα φαγητά άρχισαν να μυρίζουν μέσα και τα παιδιά βουταγαν από τη εξέδρα έξω. Και όλα ήταν φωτεινά χωρίς ίχνος από σύννεφα και το μόνο που άκουγε ήταν χαμόγελα. Και κάποιος τράβηξε την κουρτίνα από το παράθυρο (τι περίεργο δεν υπήρχε κουρτίνα εκεί αλλά κάτι σεντόνια απλωμένα δίπλα στην παιδική χαρά) και το φως του ήλιου έγινε τόσο δυνατό που δεν μπορούσε να δει μπροστά του πια.

Και ξύπνησε. Κάποιος πρόλαβε να μαζέψει τα τραπέζια και τα παιδιά δεν υπήρχαν πουθενά τριγύρω πια. Και την λιακάδα την είχε καταπιεί το ατελείωτο γκρίζο του φθινοπώρου. Κοίταξε τριγύρω του, κοίταξε και το ρολόι του, είχε περάσει μισή ώρα. Κατέβηκε δίπλα στην λίμνη και κοντοστάθηκε στην όχθη της, άρχισε να ψιχαλίζει πάλι και ο δρόμος για το αμάξι μακρύς. Έπρεπε να επιστρέψει.

No comments: