Saturday, February 06, 2016

Μια ιστορία από τα παλιά

O ποτάμος Sow κοντα στο Milford  -2009
Σήμερα, καθ οδών για το σχολείο της Δάφνης, πέρασα πάνω από την γέφυρα του ποταμού Sow που διασχίζει τα χωράφια στην περιοχή που ανοίγει το καινούργιο ALDI. Τα νερά έχουν αρχίσει να αποτραβιούνται και από εκεί που πριν δυο βδομάδες ήταν μια ατέλειωτη λίμνη, τώρα υπάρχουν κάνα-δυο παραπόταμοι που συναντιούνται πιο κάτω και ενώνονται με τον Sow. Ένα από αυτά τα ρυάκια, έτσι που πέρναγε δίπλα από τον δρόμο και κοντά από τις βελανιδιές που υπάρχουν σε εκείνα τα χωράφια, μου θύμισε μια ιστορία που μου εϊχα ακούσει και θέλησα να την καταγράψω εδώ..

Η ιστορία λοιπόν ξεκινάει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σε ένα μέρος το οποίο οι μεγαλύτεροι αγκομαχούσαν για να επιζήσουν στην καθημερινότητα τους αλλά οι πιτσιρικάδες, τους οποίους δεν τους πολυαπασχολεί το χτες ή το αύριο, ζούσαν σε ένα παραδεισένιο τοπίο περιτριγυρισμένο από ποτάμια, δάση και ατέλειωτα χωράφια τα οποία δεν άνηκαν σε κανέναν. Καθώς οι πιτσιρικάδες ήταν κοντά στην ηλικία των δέκα ετών και δεν ήξεραν κανένα άλλο τόπο εκτός από αυτό που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, βίωναν την περιοχή τους ως κάτι το δεδομένο και ουδέποτε αμφισβήτησαν ή αναρωτήθηκαν για τα προφανή. Και ένα από αυτά τα προφανή ήταν και το μικρό ποτάμι που διέσχιζε τα χωράφια και το οποίο αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό του παιδότοπού τούς.

Οι μέρες πέρναγαν, τα χρόνια πέρναγαν και ξαφνικά, μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές τους, ο ξάδελφος του ενός από τους τρεις φίλους της παρέας, ήρθε για μερικές ώρες επίσκεψη. Τότε οι συγκοινωνίες απλά δεν υπήρχαν και πολύ χειρότερα από τα λίγα λεωφορεία που πέρναγαν μέσα στην βδομάδα, κανένα δεν έκανε στάση στο χωριουδάκι της ιστορίας, μιας και αυτό ήταν στην μέση του πουθενά. Οι κάτοικοι του χωριού προσπαθούσαν είτε με τα ζώα τους είτε με τα τρακτέρ τους να σπάσουν την απομόνωση τους και να βρεθούν με τους συγγενείς τους. Τέλος πάντων, χωρίς αυτά να είναι απαραίτητα στοιχεία στην ιστορία μας, δίνουν μια εντύπωση ενός απομονωμένου μέρους κάπου στην μέση του πουθενά.

Ο ξάδελφος λοιπόν του ενός από τους φίλους, ρώτησε το προφανές: Από που πηγάζει αυτό το ποτάμι; Ατέλειωτη ησυχία. Όλοι ξέραν ότι κατέληγε στην διπλανή πόλη, αλλά ουδείς μέχρι τότε αναρωτήθηκε από που πηγάζει. Αυτό τους έβαλε σε βαθιές σκέψεις μιας και δεν μπορούσαν να εξηγήσουν κάτι το τόσο προφανές και δικό τους όπως το ποταμάκι της γειτονιάς τους. “Και πώς το λένε;” συνέχισε επιτείνοντας την σύγχυση. “Όλα τα ποτάμια έχουν ένα όνομα”. Κανείς δεν ήξερε, όλοι “ποταμάκι” το έλεγαν. Ρώτησαν και τους γονείς τους που αυτοί συνήθως γνωρίζουν τα πάντα, αλλά ο καθένας τους τους είπε και κάτι διαφορετικό, αν μη τι άλλο μπερδεύοντας τους ακόμη περισσότερο. Εκείνη την νύχτα πήγαν και οι τρεις τους για ύπνο με το κεφάλι γεμάτο απορίες.

Την επόμενη μέρα στάθηκαν και οι τρεις τους μπροστά στο ποτάμι. Κάτι είχε αλλάξει πλέον, είχαν απορίες και αυτό το έκανε διαφορετικό. Από που πήγαζε, πώς το έλεγαν; Και αφού λοιπόν κανείς δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις, αποφάσισαν το επόμενο πρωινό να ακολουθήσουν το ποτάμι προς τα ανατολικά προκειμένου να μάθουν – και όχι μόνο αυτό αλλά και δεν θα σταματούσαν αν δεν έβρισκαν τις πηγές του. Και έτσι έγινε, πρωί πρωί και με μια τσάντα νερό και ψωμί ο κανένας στους ώμους του ξεκίνησαν για να βρουν τι πηγές του.

Και όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν τους ήρθε εύκολα. Τις καλλιεργημένες εκτάσεις και τα ευκολόβατα μονοπάτια, τα διαδέχτηκαν ατέλειωτες εκτάσεις με ψηλό χορτάρι και αγκάθια. Πολλές φορές δε, έπρεπε να βουτήξουν και μέσα στο ποταμάκι προκειμένου να περάσουν απέναντι μιας και σειρές από έλη και δύσβατα χωράφια τους έφραζαν τον δρόμο. Και οι ώρες περνούσαν και τίποτα στον ορίζοντα δεν ερχόταν κοντύτερα αλλά οι ατέλειωτες εκτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς τελειωμό. Και ο έναν από τους τρεις άρχισε να ψελλίζει ότι είχαν απομακρυνθεί πολύ, ο ήλιος είχε φτάσει στο καταμεσήμερο και ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω το βράδυ αν συνέχιζαν και άλλο. Αλλά οι άλλοι φίλοι του, του θύμιζαν τον όρκο που είχαν πάρει και αρνιόντουσαν να γυρίσουν πίσω χωρίς απαντήσεις.

Στο μικρό χωριουδάκι εν το μεταξύ, είχε σημάνει συναγερμός. Οι γονείς ανάστατοι είχαν καβαλήσει τα ζώα και τα τρακτέρ και έψαχναν να βρουν τα μικρά παιδιά που είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Αλλά όλα αυτά ουδέποτε πέρασαν από το μυαλό των νεαρών καθώς πλέον βρίσκονταν χιλιόμετρα μακρυά από το σπίτι. Αντίθετα, συνέχιζαν να περπατάνε μέσα στον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο, τραβώντας όλο και πιο ανατολικά μέσα από χωράφια σπαρμένα με δημητριακά.

Και εφόσον πλέον προκοπή δεν είδαν, άρχισαν πλέον να σκέφτονται ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσουν. Μόνο ο ήρωας της ιστορίας μας είπε ότι θα συνέχιζαν μέχρι να πάνε στο δασάκι που φαινόταν στην άκρη του ορίζοντα μιας και ο δρόμος είχε καλυτερεύσει και μπορούσαν να περπατήσουν ποιο εύκολα. Αν μετά το δασάκι δεν έβλεπαν την πηγή του ποταμού, θα γυρίζαν πίσω.
Το ποταμάκι περνούσε ακριβώς δίπλα από ένα μικρό αλσύλλιο, δάσος δεν το έλεγες, ένα μάτσο δέντρα σκορπισμένα σε μια έκταση καμιά εκατοσταριάς μέτρων. Έτσι λοιπόν, αφού έφτασαν εκεί, με έκπληξη ανακάλυψαν ότι μέσα στο μικρό αυτό δάσος υπήρχε ένα παλιό και ξεχασμένο νεκροταφείο. Επειδή όμως αυτή η περιοχή όπου έμεναν, με τους αιώνες είχε περάσει σε διάφορα χέρια, ήταν αδύνατο να ξέρουν σε ποιους άνοιγε, πάντως τότε δεν μπορούσαν να διαβάσουν τι ήταν γραμμένο πάνω στις ταφικές πλάκες – καμιά δεκαριά από αυτές σε καλή κατάσταση και μερικές άλλες σπασμένες και σκορπισμένες δεξιά και αριστερά.

Οι φίλοι της ιστορίας τα έχασαν καθώς δεν περίμεναν να κάνουν μια τέτοια ανακάλυψη. Ίσως τελικά, όλες αυτές οι ιστορίες με τις οποίες τους τρόμαζαν οι μεγαλύτεροι, για φαντάσματα και αναμμένα κεριά που επέπλεαν στο ποτάμι να ήταν αλήθεια – να οι νεκροί που το στοίχειωναν. Καθώς λοιπόν η ανατριχίλα είχε αρχίσει να τους κυριεύει και επειδή δεν ήθελαν να τους πάρει το βράδυ σε αυτά τα μέρη φοβούμενοι τα φαντάσματα, άφησαν την ανακάλυψη τους ξωπίσω και όσο ποιο γρήγορα μπορούσαν βγήκαν δίπλα στο ποτάμι και συνέχισαν την πεζοπορία τους.

Και όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καμία υπόσχεση ότι θα καταλήξεις να βρεις μια αλήθεια σε αυτό που ζητάς, πολύ περισσότερο, την αλήθεια που θες να ακουσεις, έτσι και οι φίλοι, αφού πέρασαν το δάσος, βρέθηκαν μπροστά σε ένα αδύνατο γρίφο. Το ποτάμι έφτανε σε μια μικρή όχθη την οποία τροφοδοτούσαν με νερό, δύο μικρά ποταμάκια. Και τώρα; ποιο ακολουθούμε; Πως θα βρούμε την πηγή του; Είναι το ποτάμι μας το αποτέλεσμα δύο άλλων ποταμιών; Οι φίλοι απογοητεύθηκαν αλλά ταυτόχρονα η ανακάλυψη αυτή τους ανακούφισε μιας και μπορούσαν πλέον να γυρίσουν σπίτι τους. Και για καλή τους τύχη, και επειδή τα κακά νέα μαθαίνονται γρήγορα, κάποιος τους αντιλήφθηκε καθώς διέσχιζε τον ίδιο δρόμο με το τρακτέρ και τους συνόδευσε σπίτι. Οι καβγάδες και οι τιμωρίες που ακολούθησαν δεν περιγράφονταν αλλά η όλη ιστορία έμεινε στο μυαλό του κυρίου που μου την διηγούταν. Το ποταμάκι παρέμεινε από τότε ένα μυστήριο άλυτο και από καιρό σε καιρό, θα έφερναν στο μυαλό τους και θα συζητούσαν το νεκροταφείο που είχαν ανακαλύψει - μια ανακάλυψη που σαράντα χρόνια αργότερα είχε μείνει στο μυαλό τους ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη που έκαναν πότε στην ζωή τους. Και ίσως πράγματι να ήταν.


No comments: