Friday, January 22, 2016

Εξομολόγηση

Εξομολόγηση - Πολωνία
Αγαπητέ αναγνώστη αυτού του ποστ. Αποφάσισα να εξομολογηθώ κάτι το οποίο συνέβη στις μακρινές αρχές της δεκαετίας του 90 και μου βαραίνει την ψυχή από τότε. Πέρασαν αρκετά χρόνια και σκέφτηκα πλέον ότι είναι καιρός να το διηγηθώ και σε άλλους.

Ήταν λοιπόν αρχές της δεκαετίας του 90, όταν ξαφνικά, μια άνοιξη, παρουσιάστηκε στην αυλή μας ένας κιτρινόασπρος γάτος. Άγριος στην αρχή, δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάζει, σιγά σιγά μας συνήθισε και αν τον πετύχαινες και στα τσακίρ κέφια, μπορεί και να σε άφηνε να τον χαϊδέψεις. Επειδή λοιπόν εκείνη την εποχή είχαμε ποντίκια τα οποία είχαν κατασκηνώσει στην αποθήκη μας, ο πατέρας μου συμφώνησε να τον κρατήσουμε μπας και καταφέρει και τα κυνηγήσει. Επί ματαίω όμως μιας και ο γάτος ουδέποτε ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο και περισσότερο τον ένοιαζε να φάει τα αποφάγια που του σέρβιρε η μητέρα μου παρά να πάρει τα κουτσά του και να κυνηγήσει κανένα ποντικό. 

Έτσι λοιπόν, ο καιρός πέρναγε και εγώ – που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να χαρακτηριστώ ως φιλόζωος – άρχισα να δένομαι με τον τεμπέλη γάτο της αυλής μας. Και αυτός άρχισε να παίρνει όλο και περισσότερο θάρρος, τόσο που μια φορά πέρασε από την αυλή, στην κουζίνα και από εκεί στο σαλόνι, μέχρι να τον αντιληφθεί ο πατέρας μου και να τον κυνήγησει με την σκούπα. Έκτοτε ουδέποτε επιχείρησε να ξαναμπεί στο σπίτι μας και αρκέστηκε στην κούτα την οποία του είχαμε ετοιμάσει για να κοιμάται στην αυλή.

Το καλοκαίρι ήρθε και πλέον εγώ, περνούσα όλο τον καιρό μου παίζοντας έξω στην γειτονιά. Τότε – άκουσον άκουσον – μπορούσαμε τα καλοκαίρια να παίζουμε έξω στην γειτονιά μέχρι της 10 ή 11 το βράδυ και προφανώς δεν υπήρχε τίποτα το ανησυχητικό σε αυτό. Ούτε παιδεραστές υπήρχαν, ούτε εγκληματίες, όλοι τους ήταν κλεισμένοι στις φυλακές και εμείς απολαμβάναμε το παιχνίδι μας τρέχοντας στην γειτονιά, ουρλιάζοντας και τρελαίνονταν τους ήσυχους νοικοκυραίους που προσπαθούσαν να απλώσουν τα πόδια τους και να ξεκουραστούν λιγάκι. Με το ένα και με το άλλο όμως, έφτασε στα αυτιά μου, ότι η γειτόνισσα, η οποία έμενε φάτσα απέναντί μας – δεν μοιραζόταν τα ίδια συναισθήματα με εμένα για τον γάτο μου και κυκλοφόρησε η φήμη ότι θα προτιμούσε να ξεπαστρέψει τον γάτο μου για τις ακαταστασίες τις οποίες δημιουργούσε στην αυλή της. Φήμες ή όχι, στα δικά μου αυτιά σήμανε συναγερμός και θέλησα να προστατέψω τον γάτο μας από τις κακόβουλες προθέσεις της. 

Ο καιρός πέρασε, πήγαμε τις συνηθισμένες καλοκαιρινές διακοπές μας οι οποίες τότε διαρκούσαν τρεις ολόκληρες βδομάδες και όταν επέστρεψα, κατά την γνωστή συνήθεια μου, έτρεξα να δω τον κήπο μας και πώς έχει αλλάξει. Έτσι είχα ένα μέτρο για να κρίνω τον καιρό που πέρναγε, συνήθως τρεις βδομάδες ήταν αρκετές για να δείξει ο κήπος διαφορετικός. Κοίταξα από εδώ, κοίταξα από εκεί, πουθενά ο γάτος μας. Περίμενα να έρθει και το βράδυ, περίμενα να περάσουν και δύο τρεις μέρες μέχρι να επιστρέψουν και οι φίλοι μου από τις διακοπές τους αλλά ο γάτος δεν φάνηκε πουθενά.
Αποκαρδιωμένος πλέον άρχισα να φοβάμαι για τα χειρότερα. Ίσως τελικά να κατάφερε να τον ξεπαστρέψει η άκαρδη γειτόνισσα. Πράγματι, μερικές μέρες αργότερα, τον βρήκα ψόφιο στο κοντινό οικόπεδο. Μετά από πέντε λεπτά σκέψη – δεν σκεφτόμουν περισσότερο εκείνη την εποχή – αποφάσισα ότι έπρεπε να πάρω εκδίκηση για το ότι είχε συμβεί στον γάτο μου. Πώς όμως; Αυτό στριφογύριζε στο μυαλό μου για αρκετές μέρες καθώς ότι και αν σκεφτόμουν δεν φαινόταν να είναι αρκετό ως εκδίκηση. Οι μέρες περνούσαν έτσι μέχρι ένα πρωινό παρουσιάστηκε η ευκαιρία που ζητούσα.

Εκείνες τις ημέρες η γειτόνισσα είχε προσλάβει μπογιατζίδες για να βάψουν την πρόσοψη του σπιτιού της. Ως το τέλος της ημέρας το σπίτι έλαμπε εξωτερικά, φρεσκοβαμμένο με άσπρη μπογιά, έμοιαζε τόσο καθαρό και προσεγμένο που όταν ο ήλιος έλαμπε απάνω του σε στράβωνε και δεν μπορούσες να απολαύσεις την μεσημεριανή σου σιέστα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ κατάστρωσα το σχέδιο μου – την νύχτα που κανένας δεν θα με έβλεπε θα έριχνα με το αεροβόλο μου κόκκινη πλαστελίνη στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Μου φάνηκε ιδιοφυές. Έτσι και έκανα, περίμενα να πέσει η νύχτα και κοντά στα μεσάνυχτα “'εστειλα” μια χούφτα πλαστελίνη στον απέναντι τοίχο. Ένοιωσα ότι είχα πάρει την εκδίκηση μου για τον θάνατο του πολυαγαπημένου μου γάτου. Έτσι λοιπόν, έπεσα για ύπνο ήσυχος.

Την επόμενη μέρα το είχα κιόλας ξεχάσει. Σηκώθηκα, έφαγα το πρωινό μου και έκατσα το δωμάτιό μου να διαβάσω τα περιοδικά μου. Ξαφνικά, από το ανοιχτό παράθυρο μου – που βλέπει φάτσα στην γειτόνισσα – μια οργισμένη φωνή ακούστηκε. Η μητέρα μου που ήταν έξω και πότιζε τον κήπο ρώτησε την γειτόνισσα τι είχε συμβεί. Αυτή εκνευρισμένη έδειξε τον τοίχο. Το σπίτι έμοιαζε σαν να είχε ανεμοβλογιά – χλωμό με κόκκινα σπυράκια. Συνέχισε λέγοντας ότι ήξερε τι είχε συμβεί. Εγώ έτρεμα κρυμμένος στο δωμάτιο μου. Σύμφωνα με την θεωρία της, κάποιος είχε μπει στον κήπο μας το βράδυ που κοιμώμασταν και είχε κόψει ρόδια από την ροδιά μας και τα είχε πετάξει στον τοίχο της. Ομολογώ ότι ένοιωσα μια ανακούφιση ακούγοντας την ερμηνεία της. 

Ο καιρός πέρασε και το περιστατικό ξεχάστηκε. Εγώ βέβαια πάντα το θυμόμουν και ουδέποτε το ανέφερα σε κανέναν. Πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε οπότε πλέον αποφάσισα να το εξομολογηθώ και να ζητήσω συγχώρεση από τους γείτονές μας, οι οποίοι πέρασαν το υπόλοιπο καλοκαίρι στο μπαλκόνι, περιμένοντας να πιάσουν τον κλέφτη της ροδιάς μας που βανδάλισε τον τοίχο τους – έστω και αν δεν υπήρχαν ρόδια ακόμη στην ροδιά μας...

2 comments:

vrekman32 said...

χε! και τώρα, πως αισθάνεσαι;

Panagiotis Giannakis said...

Κάπως καλήτερα.