Friday, December 25, 2015

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Δημοσιεύω μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία που έγραψα τα Χριστούγεννα του 2011 αλλά ποτέ δεν δημοσίευσα στο μπλόγκ μου. Σκέφτηκα, καιρός είναι:

---------------------------------------------------------
Την προ-παραμονή Χριστουγέννων του 1991 αποφάσισα να ξεφύγω λίγο από το στενό οικογενειακό περιβάλλον και να περάσω μερικές ώρες με τον φίλο μου τον Π. με τον οποίο καθόμασταν μαζί στο σχολείο. Οι γονείς μου θα είχαν επισκέψεις εκείνο το απόγευμα μιας και η γιορτή του πατέρα μου πλησίαζε και οι συγγενείς προτιμούσαν να μας επισκέπτονται μερικές μέρες νωρίτερα ή αργότερα. Μερικές από αυτές τις επισκέψεις τις έβρισκα ενδιαφέρον, καθόμουν μαζί με τους μεγάλους αν και δεν είχα ιδέα για τι πράγμα μιλούσαν. Μερικές όμως ήταν βαρετές και προτιμούσα να περνάω λίγη ώρα στο δωμάτιο μου ακούγοντας μουσική. Ο πατέρας μου συμφώνησε να με πετάξει με το αμάξι στο σπίτι του φίλου μου αλλά θα έπρεπε να επιστρέψω με τα πόδια μιας και οι επισκέπτες θα ήταν ακόμη σπίτι μας και ο πατέρας μου - που ήταν ο μοναδικός που οδηγούσε - θα έπρεπε να είναι μαζί τους. Ο φίλος μου ο Π. μένει σε μια σχετικά απομονωμένη περιοχή της συνοικίας μας, περίπου 40λεπτά με τα πόδια μακριά.

Έτσι λοιπόν και έγινε. Περί της 4 το απόγευμα, ο πατέρας μου με άφησε στην εξώπορτα του φίλου μου. Ο φίλος μου ο Π. έμενε σε μια περιοχή, που παλιότερα και σύμφωνα με τον πατέρα μου ήταν ένας ατέλειωτος ελαιώνας που τον διέσχιζε ένα ποτάμι. Το ποτάμι ήταν ακόμη εκεί, όπως και ένα μικρό μέρος του ελαιώνα, τα υπόλοιπα είχαν χτιστεί σπίτια.Στην αυλή υπήρχε ένα μεγάλο δένδρο το οποίο έγερνε επικίνδυνα προς το ποτάμι και τα άδεια από φύλλα κλωνάρια του, το έκαναν να μοιάζει βγαλμένο από τις ιστορίες που διηγούμασταν ο ένας στον άλλο για να τρομάζουμε. Μπήκα σπίτι και για τις επόμενες 3 ώρες καθίσαμε μπροστά στο αναμμένο τζάκι και κουτσομπολέψαμε όλους τους φίλους μας. Τον Γιάννη τον ψευδό, τον Κώστα τον χοντρό, τον Κανέλλο που μύριζε άσχημα, την Ρούλα που πείραζε τον κόσμο όλο. Τρείς ώρες πέρασαν έτσι, και αν δεν ήταν το χιονόνερο και ο αέρας που δυνάμωναν, θα καθόμουν και άλλο. Έπρεπε όμως να επιστρέψω, είχα να περπατήσω για σαράντα λεπτά και έτσι λοιπόν, αφού κουκουλώθηκα μέσα στο παλτό μου, βγήκα στην εξώπορτα. Ο αέρας είχε δυναμώσει και έφερνε χιόνι από τις χιονισμένες κορφές της Πάρνηθας. Ακόμη και το μεγάλο ρέμα που περνούσε σχεδόν έξω από το σπίτι του φίλου μου, είχε φουσκώσει και σχεδόν είχε φθάσει στις αυλές των σπιτιών.

Άνοιξα το βήμα μου και σε λίγο είχα μπει στον μικρό ελαιώνα που υπήρχε εκεί δίπλα. Αυτός ο μικρός ελαιώνας με τις 15-20 ρίζες ελιές ήταν ότι είχε απομείνει από έναν πολύ μεγαλύτερο ελαιώνα που υπήρχε εκεί την δεκαετία του 60 και 70. Αργότερα άρχισαν να χτίζονται σπίτια και δύο δρόμοι χώρισαν τον ελαιώνα στα τρία. Πλέον είχαν μείνει μόνο λίγες ελιές και ένας δρόμος που τον διέσχιζε διαγώνια. Σκοτάδι πίσσα, ούτε μια λάμπα τριγύρω. Σε κάθε βήμα μου έπεφτα και σε μια λακκούβα με νερό. Μέχρι να φτάσω στον παλιό χωματόδρομο στο τέλος του ελαιώνα, ήμουν πλέον μούσκεμα - οι κάλτσες ήταν μούσκεμα όπως και το κεφάλι μου από το χιονόνερο. Είχα ξεπαγιάσει. Πλέον ο δρόμος της επιστροφής μου φαινόταν ατέλειωτος. Αποφάσισα ότι έπρεπε να κόψω δρόμο για να επιστρέψω πιο γρήγορα και ο μόνος δρόμος που θα μπορούσα να πάρω πλέον ήταν μέσα από τα στενά της πάνω γειτονιάς. Η επάνω γειτονιά ήταν τρεις, τέσσερις δρόμοι βόρεια της γειτονιάς μου τους οποίου σε γενικές γραμμές αποφεύγαμε διότι αφενός μεν το κάθε σπίτι είχε σκύλο και φοβόμασταν μην τυχών βρουν καμιά πόρτα ανοιχτή και μας πάρει στο κυνήγι, αφετέρου δε τα παιδιά σε εκείνη την γειτονιά ήταν δύο, τρία χρόνια μεγαλύτερα και δεν ήθελαν να παίξουν μαζί μας. Έτσι λοιπόν δεν είχαμε κανένα ιδιαίτερο λόγο να συχνάζουμε εκεί, αν και τα στενά τα ξέραμε καλά.

Βγήκα από τον ελαιώνα στον μικρό χωμάτινο δρόμο και από εκεί τράβηξα δεξιά, μέσα από τα χωράφια για τον δρόμο που έβγαζε στην εκκλησία της ενορίας μας. Στα χωράφια αυτά έσπερναν σιτηρά μέχρι πρόσφατα, τα καλοκαίρια παίζαμε μέσα στα στάρια κρυφτό μέχρι να μας πάρουν χαμπάρι και να μας κυνηγήσουνε. Περπατώντας λοιπόν, η ενορία φάνηκε μπροστά μου και από εκεί ο κύριος δρόμος ο οποίος ευτυχώς είχε δημόσιο φωτισμό και έβλεπα που πάταγα. Μέσα στην εκκλησία υπήρχε κόσμος, τα φώτα και τα κεριά έβγαζαν ένα ζεστό φώς. Στάθηκα μπροστά από την εκκλησία για να δώ στο φώς της τα χάλια μου. Το παντελόνι μου ήταν μούσκεμα μέχρι το γόνατο, οι μπότες μου κατά-λασπομένες και το κεφάλι μου μούσκεμα. Περπάτησα στον κεντρικό δρόμο για λίγο κοιτώντας από τα παράθυρα τα σπίτια. Ο κόσμος είχε τις σόμπες αναμμένες, ο αέρας μύριζε ξύλο που καιγόταν και όλοι μεσα στα σπίτια τους με τα χριστουγεννιάτικα δένδρα αναμμένα. Δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω σπίτι και να κουκουλωθώ με την ζεστή κουβέρτα. Στην γωνία του δρόμου έκανα δεξιά στο παλιό σιδεράδικο και από εκεί, μετά από πέντε λεπτά δρόμο είχα μπει στην πάνω γειτονιά.
Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν η αλάνα που παίζανε τα σχολεία ποδόσφαιρο. Ειχε μέγεθος όσο δύο οικοδομικά τετράγωνα και υπήρχε στην μέση της μία λάμπα της ΔΕΗ, η παλιά με τον ξύλινο κορμό που το καλοκαίρι μύριζε πίσσα. Τώρα το βράδυ έμοιαζε να φωτίζει πουθενά, ένα ατέλειωτο σκοτάδι τριγύρω και μια λάμπα στην μέση. Τι αλλόκοτο θέαμα. Πλησίασα και στάθηκα από κάτω της. Τότε παρατήρησα πόσο πολύ χιόνιζε. Ένα μείγμα χιονιού και χιονόνερου που ο αέρας το φύσαγε δεξιά και αριστερά. Ήταν αυτός ο αέρας που με επανέφερε στο εδώ και τώρα, παγώνοντας τα αυτιά μου, άνοιξα βήμα για τα σπίτια στο βάθος της αλάνας και από εκεί έφτασα στο μικρό γωνιακό ψιλικατζίδικο. Ο κυρ-Ανέστης ήταν μέσα, καθισμένος δίπλα από μια μικρή σόμπα αερίου και διάβαζε μια εφημερίδα. Εκείνη την στιγμή μέχρι και τον κυρ-Ανέστη ζήλεψα. Διέσχισα με προσοχή τον δρόμο και πέρασα στο μικρό σοκάκι που έβγαζε στο παλιό μου σχολείο.

Εκεί όμως, καθώς ακολουθούσα την στροφή που κάνει ο δρόμος κατηφορίζοντας τον, τα φώτα άρχισαν να γίνονται ποιο έντονα. Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήταν κάποιο ασθενοφόρο στην γωνία αλλά με το που έστριψα δοκίμασα την έκπληξη της ζωής μου. Αυτός ο μικρός δρόμος ήταν ο πιο όμορφα στολισμένος δρόμος που είχα δει. Από τα μπαλκόνια κρέμονταν πολύχρωμα φωτάκια, γύρω γύρω στις πόρτες και τις μπαλκονόπορτες, πάνω στα δέντρα, ήταν ένα απίστευτο θέαμα. Έμεινα καταμεσής του δρόμου να κοιτάζω σαν χαζός - έκανα δύο βήματα μπρος και ένα πίσω. Δεν είχα ξανασυναντήσει κάτι τέτοιο, έμοιαζε περισσότερο με το λούνα παρκ που πολλές φορές έφτανε και κατασκήνωνε στα χωράφια παρά με κάποια γειτονιά. Στις άκρες του δρόμου είχε αρχίσει να μαζεύεται σιγά σιγά λίγο χιόνι το οποίο και αυτό άλλαζε χρώμα, χορεύοντας στον ρυθμό των χρωμάτων. Είδα από ένα παράθυρο έναν κύριο να κάθεται αναπαυτικά στην πολυθρόνα και να χαζεύει στην τηλεόραση. Όσο πλησίαζα πρός το τέλος του δρόμου, τόσο τα πολύχρωμα φωτάκια πλήθεναν και πλέον φώτιζαν και ένα μέρος από την μικρή πλατεία. Ποτέ δεν φαντάστηκα οτι αυτή η πλατεία θα έδειχνε ποτέ τόσο καλή, πάντοτε υπήρχαν τα μαγκάκια που την χρησιμοποιούσαν σαν έδρα τους και μας έκαναν την ζωή δύσκολη κάθε φορά που ήθελαν να μας κλέψουν την μπάλα ή τα ποδήλατά μας. Παρόλα αυτά, εκείνο το βράδυ έμοιαζε τόσο όμορφη. Μέσα από την πλατεία και βούρ για τον δρόμο που έβγαζε στο παλιό σχολείο μου. Είχα σχεδόν φτάσει σπίτι. Πόσο άδεια μου φαινόταν η γειτονιά μας, μόνο μερικά λαμπάκια τριγύρω στα παράθυρα αν και πολλές φορές, έβλεπες τον βρεγμένο δρόμο να λαμπυρίζει από τα φώτα που έρχονταν από τα παράθυρα των σπιτιών. Μπήκα άρον - άρον στο σπίτι και πετώντας ένα ξερό "Χρόνια Πολλά " στους καλεσμένους, κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Έκανα τα απαραίτητα σχέδιά μου και αφού έβαλα τις πιτζάμες, έπεσα για ύπνο.
Η επόμενη μέρα με βρήκε στο πόδι νωρίς νωρίς. Οι γονείς μου είχαν πάει στην εκκλησία. Ντύθηκα γρήγορα γρήγορα, άρπαξα όλες τις οικονομίες που είχα στον κουμπαρά μου και βγήκα στον δρόμο για το κέντρο της πόλης. Έρημοι και παγωμένοι οι δρόμοι, μονάχα λίγος κόσμος καθ οδών για την εκκλησία και τα πιτσιρίκια που τραγουδούσαν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Έφτασα στο κέντρο και στην "Φθηνή Γωνιά" ακούμπησα όλες τις οικονομίες μου. Τα ψώνια μου: μία σειρά λαμπάκια των 100, και δύο των 300ων. Οι γονείς μου με βγήκαν να κρέμομαι από την κληματαριά προσπαθώντας να βάλω τα λαμπάκια. Είχα ήδη βάλει μια σειρά στην πόρτα και στην εξωτερική σκάλα.
Εκείνο το βράδυ της παραμονής Χριστουγέννων κοιμήθηκα με ανοιχτό το παντζούρι, ήθελα να ξυπνάω την νύχτα και να βλέπω τα πολύχρωμα φώτα μέσα στο δωμάτιό μου.
Ξημέρωσα με το βλέμμα μου στο παράθυρο και μαζί με εμένα ξημέρωσαν τα πρώτα φωτεινά Χριστούγεννα.
Χρόνια πολλά.

No comments: